2019 H2: Νέο ξεκίνημα για την ελληνική οικονομία

Νέο ξεκίνημα για την ελληνική οικονομία

Σύνοψη παρέμβασης Γκίκα Χαρδούβελη

e-κύκλος, 19/6/2019

Η ελληνική κρίση 2008-2018  χαρακτηρίζεται από δύο ξεχωριστά στάδια.  Στο πρώτο στάδιο έως το 2013  οι ανισορροπίες δεκαετιών της οικονομίας διορθώθηκαν με υπομονή,  κόπο και θυσίες και η οικονομία ξεκίνησε μια ανοδική πορεία το 2014.  Δυστυχώς η επανεκκίνηση αυτή της οικονομιίας σταμάτησε το 2015 από μια νέα τότε ιδεοληπτική κυβέρνηση και μια νέα ύφεση.  Τα δύο αυτά στάδια αποτυπώνονται εύγλωττα στην εξάρτηση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος από το Ευρωσύστημα.  Η εξάρτηση μειώνονταν το 2014 αλλά επανήρθε έντονα το 2015 και διήρκεσε μέχρι το τέλος του 2018.

Σήμερα βρισκόμαστε ξανά στο σημείο εκκίνησης του 2014, με τη διαφορά ότι κάθε χρόνο χάνουμε τουλάχιστον ένα 10% του ΑΕΠ που θα μπορούσαμε να είχαμε χωρίς την αχρείαστη  δεύτερη φάση της κρίσης, ενώ οι πολίτες μετά από μια δεκαετία προβλημάτων, βλέπουν το μέλλον με εμποτισμένη την απαισιοδοξία.  Η μεσαία τάξη έχει αποδεκατιστεί.  Αυτό πρέπει να αλλάξει.

Τι χρειάζεται για ένα νέο ξεκίνημα;  Χρειάζεται αλλαγή σελίδας.  Χρειάζεται ένα οικονομικό πρόγραμμα με κύρος και αξιοπιστία.   Η υπερφορολόγηση οδηγεί σε στασιμότητα διαρκείας και πρέπει να σταματήσει.  Η απο-επένδυση πρέπει και αυτή να σταματήσει.  Ο πόλεμος στους θεσμούς και τις ανεξάρτητες αρχές να σταματήσει.

Η οικονομία χρειάζεται εξαγωγές και επενδύσεις.  Δεν χρειάζεται την υπέρ-κατανάλωση που έφερε την κρίση.  Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών έχουν ανακάμψει σημαντικά.  Αυξήθηκαν περίπου 60% από το 2009 και τώρα αποτελούν το 36% του ΑΕΠ σε σχέση με το 19% της προ-κρίσης εποχής.  Στόχος είναι το μερίδιό τους να αυξηθεί ακόμα περισσότερο,  στο 50%.

Αντιθέτως, οι επενδύσεις έχουν άσχημη πορεία.  Από €65 δις το χρόνο το 2007 βρίσκονται στα €23 δις σήμερα.   Μετά το 2015 μειώνονται και οι δημόσιες επενδύσεις!  Αποτελούν την αχίλλειο πτέρνα της οικονομίας.  Χωρίς αύξηση του κεφαλαιοχικού εξοπλισμού της χώρας είμαστε καταδικασμένοι σε μαρασμό.  Αποτελούν την πρώτη και μεγάλη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής.  Για να αυξηθούν χρειάζεται να μειωθεί ο κίνδυνος του επιχειρείν και να υπάρξει εύκολη πρόσβαση σε εγχώρια χρηματοδότηση.  Χρειάζεται και χρηματοδότηση από το εξωτερικό αφού η εγχώρια αποταμίευση είναι μικρή.

Η φορολογική πολιτική είναι ένα χρήσιμο εργαλείο ώθησης της οικονομίας.  Η νέα κυβέρνηση πρέπει άμεσα να προσδιορίσει τη φορολογική πολιτική της επόμενης τετραετίας και να αρχίσει να την εφαρμόζει.  Η μείωση των συντελεστών είναι μια πολιτική που όλοι πλέον συμφωνούν.  Με δεδομένη την υψηλή υπερ-φορολόγηση, πιθανόν να φέρει περισσότερα έσοδα παρά να αφαιρέσει.  Την πολιτική αυτή θα διευκόλυνε η μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα της περιόδου 2019-22,  πιο κοντά  το 2% του ΑΕΠ και όχι στο 3,5%.  Αν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι η μονάδα, τότε  λόγος  Χρέους/ΑΕΠ θα μεωθεί μόνον και μόνο από την αύξηση του ΑΕΠ που θα επιφέρει η λιγότερο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική.  Όμως η χώρα έχει δεσμευτεί στο 3,5% και ίσως δύσκολα αλλάξει ο στόχος.

Η πολιτική για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας είναι επίσης σημαντική.  Στη διάρκεια 2010-2015 η ανταγωνιστικότητα του κόστους εργασίας βελτιώθηκε και υπέρ-κάλυψε την προηγούμενη απώλεια μετά το 2000, όταν οι αυξήσεις μισθών υπερέβαιναν την παραγωγικότητα.  Αυτή η ανταγωνιστικότητα δεν πρέπει να χαθεί με αυξήσεις μισθών που δεν αντικατοπτρίζουν αύξηση της παραγωγικότητας.   Να μην γυρίσουμε στα παλιά, αυτά που έφεραν την κρίση.

Βεβαίως, σήμερα είναι ακόμα πιο σημαντική η ανταγωνιστικότητα στην ποιότητα των προσφερόμενων αγαθών και υπηρεσιών.   Όλοι  οι δείκτες ποιοτικής ανταγωνιστικότητας (π.χ  Doing Business της Παγκόμιας Τράπεζας) βελτιώθηκαν στη διάρκεια 2009-2014, αλλά επιδεινώθηκαν στη συνέχεια.  Η βελτίωσή της απαιτεί  διαρκείς μεταρρυθμίσεις στη Δημόσιο, την Υγεία, την Εκπαίδευση, τη Δικαιοσύνη.   Η βελτίωσή της απαιτεί διαρκή προσπάθεια και έχει πολιτικό κόστος.

Η πολιτική για τους ασθενέστερους είναι επίσης σημαντική.  Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ξεκίνησε πιλοτικά το 2014, σταμάτησε το 2015 και τελικά υπο την πίεση των δανειστών επανήλθε το 2016 για να παραμείνει.   Είναι σημαντικό να επεκταθεί και να συνδυαστεί και με μια πολιτική κοινωνικής προσφοράς των ευεργετούμενων, ιδιαίτερα σε επίπεδο  τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ο τραπεζικός τομέας χτυπήθηκε από την κρίση.  Φαίνεται να σταθεροποιείται.  Για πρώτη φορά σε 8 χρόνια, τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις αυξάνονται το 2019.  Οι τράπεζες όμως κουβαλούν το βαρύ φορτίο των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων.  Προσπαθούν να τα μειώσουν αλλά σε συνδυασμό με τη χαμηλή κερδοφορία τους, αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις στα κεφάλαιά τους.  Συζητούνται επιθετικές λύσεις τιτλοποίησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μία λύση του ΤΧΣ και μία της ΤτΕ, αλλά καμμία δεν προχώρησε ακόμα.

Τέλος το μεγάλο πρόβλημα της χώρας είναι πιο μακροπρόθεσμο:  Ο πληθυσμός μειώνεται.  Αυτό συνεπάγεται μικρότερη οικονομική και πολιτική δύναμη.  Συνεπάγεται και τεράστιες μελλοντικές πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.  Το πρόβλημα θα διορθωθεί αν η χώρα ανακάμψει γρήγορα και επενδύσει στην καινοτομία και την πληροφορική.  Μόνον έτσι η νεολαία που σήμερα μεταναστεύει θα επιστρέψει στη χώρα μας.   Μόνον έτσι τα εισοδήματα θα αυξάνονται και τα νέα ζυγάρια θα μπορούν να χτίσουν τη ζωή τους και να έχουν απογόνους. Μόνον έτσι θα ανακάμψει η μεσαία τάξη.

 

 

Download Presentation